Τι είμαστε άλλωστε όσο σηκωνόμαστε το πρωί κι ένας άνεμος έξω, μια λάμψη, ένα κελάηδισμα στον αέρα μπορεί να μας τα πάρει όλα και να μας κάνει ό,τι θέλει; [...] Όταν είμαστε διαρκώς ανεπαρκείς στον έρωτα, ανασφαλείς στις αποφάσεις και ανήμποροι απέναντι στο θάνατο, πώς είναι δυνατόν να υπάρξουμε; (Η Σοφία του Ρίλκε, σελ. 109, 114-115)
Κάτι τέτοια δειλινά δικαιώνουν και απαντούν στο μεγάλο ποιητή. Γιατί σε αυτά τα χρώματα βαπτιζόμαστε ξανά, για αυτά υπάρχουμε και σε αυτά θα καταφεύγει πολλές φορές η σκέψη όταν θα ψάχνει κάτι επίγειο να κρατήσει για λίγο τους πόθους και το δάκρυ, την έμπνευση.
 |
| Μια πόλη που θαυμάζει το ηλιοβασίλεμα, ή μήπω είμαι μόνος...; |
 |
| Η συμμορία των δειλινών· κάθε ανοιξιάτικο απόγευμα θα τους δεις να κόβουν βόλτες πάνω απ' την πόλη, αλλάζοντας συνεχώς στέκι. |
 |
| Σαν Άγγελος που απομακρύνεται, ακολουθώντας το Φως. |
 |
| Η ώρα των σκέψεων. |
 |
| Το ανοιχτό παράθυρο, όπως εκείνοι οι μοιραίοι, οι αναστατωμένοι, που δεν έχουν ύπνο, προσπαθώντας να τακτοποιήσουν, να υπηρετήσουν - ποιος ξέρει; - τις σκέψεις και τα έργα τους· οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές που πια κρύβονται ανάμεσά μας... |