Ο παράδεισος είναι ένα μέρος δίπλα στο σαλόνι. Είναι ζεστός και ηλιόλουστος το πρωί, καθώς ο ήλιος φεύγει από την αγκαλιά του Θεού στην ανατολή, για να λάμψει στην οικουμένη, κάνοντας το γύρο του κόσμου με τις ψυχές των νεκρών. Το απόγευμα, ο παράδεισος είναι δροσερός στις σκιώδεις γωνιές του και οι απαλοί του τόνοι ξεκουράζουν τα μάτια· και τη νύχτα, πια, η υγρασία του σε ντύνει ζεστά κ' η νύχτα προβάλλεται στις διακριτικές σκιές που ψιθυρίζουν.
Ο παράδεισος, στρωμένος με μαρμαρόπλακες που έχουν πάνω τους γραμμένα ''νερά'' από υπερβατικά ποτάμια – ίσως σκέψεων και συναισθημάτων του χρόνου –, είναι ένα μέρος πολύχρωμο. Οι γλάστρες, παραταγμένες σε διάδρομο που υποδέχεται κάθε φορά πανηγυρικά τους αγωνιστές της καθημερινότητας, σχηματίζουν μια πλήρη παλέτα του πράσινου και άνθη ποικίλων χρωμάτων ξεπηδούν εδώ κι εκεί, και παντού· όπου η ζωή προτιμά και επιλέγει να αναβλύζει απ' τους λεπτούς κορμούς.
Οι κορμοί και τα κλαδιά τους, οι πιο φιλήσυχοι κεραυνοί, αγκαλιάζουν το χώρο· και η μυρωδιά του χώματος μαζί με τον ήχο του νερού που ρέει ποτιστικά από μικρές ακοίμητες και διακριτικές πηγές, φέρνουν την εξοχή στην καρδιά της μεγάλης και ανήσυχης πόλης, – τον παράδεισο στην αλλοιωμένη γη μας.
Αυτή την εποχή, γιορτάζουν καθημερινά οι μικροσκοπικοί κάτοικοί του παραδείσου· μυρμήγκια που περνούν απαρατήρητα κι ούτε που λυγίζουν τα φύλλα με το βάδισμά τους, αραχνούλες διάφανες και καλοσυνάτες που γεμίζουν με τις γραμμές των ιστών τους τα συμπαθητικά κενά – που άφησε ο κηπουρός –, και μια άκακη μελισσούλα στρουμπουλή, με τα πόδια της να μοιάζουν με γυμνασμένα μπράτσα καθώς κρέμονται βαριά, φορτωμένα γύρη ήδη από νωρίς το πρωί.
Σήμερα είμαι και εγώ συμμέτοχος στη γιορτή του παραδείσου, με τρόπο που δεν γνωρίζω. Το ακατάστατο καρδιοχτύπι μου, διαισθανόμενο ίσως κάποιο ασυνείδητο άγχος ή προαισθανόμενο το τέλος τούτων των καλών στιγμών μου, στέκεται όρθιο, μ' αντιπροσωπεύει μπροστά στα λουλούδια. Η αναπνοή μου, βαθιά και πιεσμένη και ποτέ ανακουφιστικά πλήρης, αλλά παρ' όλα αυτά περήφανη, το συντροφεύει· και μαζί αντιμετωπίζουν τη σιωπηλή έκρηξη των λουλουδιών, τη βιασύνη της άνοιξης να καλύψει τα κενά του χειμώνα. Συμμετέχω έτσι σε έναν από τους πιο ειρηνικούς πολέμους που υπάρχουν, αφού γίνεται με χρώματα και νοερές πνοές που περιπλέκονται παρασύροντας γραμμές και λέξεις. Κι αυτά που γράφω, εντελώς αυθόρμητα και αρκετά αληθινά, είναι τα συμπεράσματα από όσα καταφέρνω τελικά να ακούσω. Αναμφίβολα θα λυγίσω, θα οπισθοχωρήσω κάποια στιγμή από τη μάχη της κατάκτησης του μυστικού του παραδείσου· όμως μερικές ουλές από τις ανάστατες εμπνεύσεις που πετούν εκστατικά γύρω μου και γύρω απ' τα λουλουδάκια, θα μου μείνουν – ελπίζω – για πάντα.
Ο ήλιος μετακινείται. Ο πανέμορφος παράδεισος με κουράζει, όπως η αρετή τις επιρρεπείς στην αναστάτωση ψυχές. Θα κάνω ένα διάλειμμα· μα ξέρω ότι για αρκετό καιρό – που ισοδυναμεί με μια νέα ζωή – ο παράδεισος θα είναι τόσο δίπλα μου, δίπλα στο σαλόνι, προσιτός ανά πάσα στιγμή. Για να απαλύνει πόνους, να μικρύνει παρανοήσεις, να χαρίσει εικονίσματα σε κάθε λύπη και χαρά, να διαλύσει φόβους και να μπολιάσει το μονόχρωμο θάρρος μου με όλο το φάσμα των λαμπερών του χρωμάτων.
Ο ήλιος περνά τη μεσουράνηση, τρέχει πια για τη δύση, η θέα του χάνεται από τον παράδεισο. Κι όμως, πρόλαβαν οι μικρές μαργαρίτες να απλώσουν τα δεόμενα πέταλά τους, και με τη χάρη του να του μοιάσουν... Δες, μικροί ήλιοι πάνω στις φυλλωσιές! Πώς μετά να αντέχει κανείς τη φυγή του από εδώ;
Ο παράδεισος, στρωμένος με μαρμαρόπλακες που έχουν πάνω τους γραμμένα ''νερά'' από υπερβατικά ποτάμια – ίσως σκέψεων και συναισθημάτων του χρόνου –, είναι ένα μέρος πολύχρωμο. Οι γλάστρες, παραταγμένες σε διάδρομο που υποδέχεται κάθε φορά πανηγυρικά τους αγωνιστές της καθημερινότητας, σχηματίζουν μια πλήρη παλέτα του πράσινου και άνθη ποικίλων χρωμάτων ξεπηδούν εδώ κι εκεί, και παντού· όπου η ζωή προτιμά και επιλέγει να αναβλύζει απ' τους λεπτούς κορμούς.
Πώς κυλά ολόκληρη η αιώνια ζωή της φύσης
μέσα σε τόσο λεπτά κλαδάκια; Ποια ουσία της
υφίσταται τέτοια ταπείνωση – για να επιβραβευτεί, αργότερα,
με τη μεταμόρφωση σε εκθαμβωτικό άνθος;
Οι κορμοί και τα κλαδιά τους, οι πιο φιλήσυχοι κεραυνοί, αγκαλιάζουν το χώρο· και η μυρωδιά του χώματος μαζί με τον ήχο του νερού που ρέει ποτιστικά από μικρές ακοίμητες και διακριτικές πηγές, φέρνουν την εξοχή στην καρδιά της μεγάλης και ανήσυχης πόλης, – τον παράδεισο στην αλλοιωμένη γη μας.
Αυτή την εποχή, γιορτάζουν καθημερινά οι μικροσκοπικοί κάτοικοί του παραδείσου· μυρμήγκια που περνούν απαρατήρητα κι ούτε που λυγίζουν τα φύλλα με το βάδισμά τους, αραχνούλες διάφανες και καλοσυνάτες που γεμίζουν με τις γραμμές των ιστών τους τα συμπαθητικά κενά – που άφησε ο κηπουρός –, και μια άκακη μελισσούλα στρουμπουλή, με τα πόδια της να μοιάζουν με γυμνασμένα μπράτσα καθώς κρέμονται βαριά, φορτωμένα γύρη ήδη από νωρίς το πρωί.
Πόσο ευαίσθητη ισορροπία κρατά
το πολυάσχολο έντομο μέσα στο ήπιο αεράκι...
Σήμερα είμαι και εγώ συμμέτοχος στη γιορτή του παραδείσου, με τρόπο που δεν γνωρίζω. Το ακατάστατο καρδιοχτύπι μου, διαισθανόμενο ίσως κάποιο ασυνείδητο άγχος ή προαισθανόμενο το τέλος τούτων των καλών στιγμών μου, στέκεται όρθιο, μ' αντιπροσωπεύει μπροστά στα λουλούδια. Η αναπνοή μου, βαθιά και πιεσμένη και ποτέ ανακουφιστικά πλήρης, αλλά παρ' όλα αυτά περήφανη, το συντροφεύει· και μαζί αντιμετωπίζουν τη σιωπηλή έκρηξη των λουλουδιών, τη βιασύνη της άνοιξης να καλύψει τα κενά του χειμώνα. Συμμετέχω έτσι σε έναν από τους πιο ειρηνικούς πολέμους που υπάρχουν, αφού γίνεται με χρώματα και νοερές πνοές που περιπλέκονται παρασύροντας γραμμές και λέξεις. Κι αυτά που γράφω, εντελώς αυθόρμητα και αρκετά αληθινά, είναι τα συμπεράσματα από όσα καταφέρνω τελικά να ακούσω. Αναμφίβολα θα λυγίσω, θα οπισθοχωρήσω κάποια στιγμή από τη μάχη της κατάκτησης του μυστικού του παραδείσου· όμως μερικές ουλές από τις ανάστατες εμπνεύσεις που πετούν εκστατικά γύρω μου και γύρω απ' τα λουλουδάκια, θα μου μείνουν – ελπίζω – για πάντα.
Λίγες στιγμές, κι ωστόσο η θέα μικρών φυτών
με ηρεμεί και με γεμίζει. Σαν να ανθίζω
εσωτερικά, και συμμετέχει ο κόσμος μέσα μου
στην εξωτερική Άνοιξη.
Ο ήλιος μετακινείται. Ο πανέμορφος παράδεισος με κουράζει, όπως η αρετή τις επιρρεπείς στην αναστάτωση ψυχές. Θα κάνω ένα διάλειμμα· μα ξέρω ότι για αρκετό καιρό – που ισοδυναμεί με μια νέα ζωή – ο παράδεισος θα είναι τόσο δίπλα μου, δίπλα στο σαλόνι, προσιτός ανά πάσα στιγμή. Για να απαλύνει πόνους, να μικρύνει παρανοήσεις, να χαρίσει εικονίσματα σε κάθε λύπη και χαρά, να διαλύσει φόβους και να μπολιάσει το μονόχρωμο θάρρος μου με όλο το φάσμα των λαμπερών του χρωμάτων.
Ο ήλιος περνά τη μεσουράνηση, τρέχει πια για τη δύση, η θέα του χάνεται από τον παράδεισο. Κι όμως, πρόλαβαν οι μικρές μαργαρίτες να απλώσουν τα δεόμενα πέταλά τους, και με τη χάρη του να του μοιάσουν... Δες, μικροί ήλιοι πάνω στις φυλλωσιές! Πώς μετά να αντέχει κανείς τη φυγή του από εδώ;
![]() |
| Χορεύουν σε κύκλο τα πέταλα· γιατί χαίρεται η Άνοιξη... |
![]() |
| Σφιχταγκαλιάζονται προτού χωρίσουν, για να στέκουν αδελφικά το ένα δίπλα στον άλλο, στην φρεσκάδα μα και στον μαρασμό. |
![]() |
| Η καρδιά του κόσμου χτυπά στην άκρη των εύθραυστων κλαδιών... |
![]() |
| Θα εκραγούν όπου νά 'ναι, πιτσιλώντας τα μάτια μας με ροζ – και την καρδιά μας με ποίηση. |
![]() |
| Σφιχτό κι αδιαπέραστο το άνθος της λεμονιάς, προτού ξεπεράσει τις αμφιβολίες του κι ανοίξει. Άνθος μαχητικό και σκληροτράχηλο, όπως εξάλλου και τα φύλλα και τα ανεπτυγμένα κλάδιά της λεμονιάς. |
![]() |
| Η μανταρινιά είχε απλώσει τριγύρω τ' άρωμά της το μεθυστικό, θέλοντας να στείλει το μήνυμα σε όλους – την είδηση πως ανθίζουν κ' οι ψυχές τώρα, μαζί με τη φύση. |
![]() |
| Τόσο λεπτά τα πέταλα αυτά, που μόνο με τ' άγγιγμα νομίζεις πως θα σπάσουν· κι όμως γυαλίζει πάνω τους ολόκληρος ο ουρανός! Τι χρώμα δίνει ο Θεός στα πλάσματά του που τ' αξίζουν... |






















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου