Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Τα πολυκαιρισμένα τριντάφυλλα του συγγραφέα...

https://flic.kr/p/RXpfaH
Κάτι έψαχνε σήμερα ο νους του και ανοίγοντας τα συρτάρια του μυαλού θυμήθηκε - κάτι δικό σου είχε αφήσει σε κάθε γωνιά του μυαλού, ώστε όλα να σε θυμίζουν. Κάτι έψαχνε, λοιπόν, ο νους και στα παλιά συρτάρια του μυαλού, που μυρίζουν όπως οι καιροί που περνούν αδιάκοπα, όπως τα αιώνια κυπαρίσσια, βρήκε δύο άσπρα τριαντάφυλλα, κιτρινισμένα απ’ τον χρόνο, ζαρωμένα και μαραμένα στις άκρες. Είναι αυτά τα πολυκαιρισμένα τριαντάφυλλα που βρήκες σε μια δεξίωση πεταμένα σ' ένα μαρμάρινο τραπέζι και που τώρα έχουν τοποθετηθεί σε περίτεχνο γυάλινο βάζο στη μέση του γραφείου του ρομαντικού συγγραφέα, ανάμεσα σε επιστημονικά βιβλία, μερικά περιοδικά τέχνης, κάτι παλιές εφημερίδες κι ένα προσευχητάρι, και τα οποία, ενώ ξεραίνονται σταδιακά απ' τον αέρα, ανθίζουν παράλληλα στην ψυχή και γίνονται μάρτυρες της συγγραφής, οι σπανιότατοι, οι μοναδικοί μάρτυρες της στιγμής της δημιουργίας. Το πνεύμα της έμπνευσης συγκρατεί τα πέταλα που ετοιμάζονται να πέσουν...

https://flic.kr/p/RXpeue
Γράφει τον επίλογο, λοιπόν, ο συγγραφέας με τα κουρασμένα χέρια του να κρατούν την ακριβή πένα και τα μελαγχολικά λουλούδια να κοιτούν. «Θα ήθελα σε όλες αυτές τις στιγμές στη φύση ή την τέχνη, στις οποίες είμαι ο καθαρός εαυτός μου, ο πιο ειλικρινής, να ήσουν μαζί μου και να βλέπεις πως βλέπω ότι ατενίζω, πως σχολιάζω με σιωπή όσα με εντυπωσιάζουν, πως ξεπερνώ την κούραση όταν με ενθουσιάζει κάτι. Εσύ θα μου έδινες ακόμη περισσότερο κουράγιο, εσύ θα ήσουν το ομορφότερο στολίδι του τοπίου.»

Το ελαφρύ αεράκι που μπαίνει από το μισάνοιχτο παράθυρο στεγνώνει το μελάνι όμως ένα δάκρυ μουντζουρώνει μια άκρη του χαρτιού. Ο συγγραφέας παραδόθηκε, η πλάτη ακούμπησε βαριά στην καρέκλα και το χέρι χαλάρωσε, η πένα έφυγε και κύλησε πάνω στα χαρτιά. Στο αριστοκρατικά διακοσμημένο γραφείο οι σκέψεις πετούν στον αέρα και ρίχνουν ένα ένα τα εξωτερικά πέταλα των λουλουδιών. Κάτι μωβ ζαρωματιές δεν βαραίνουν πια τα τριαντάφυλλα και το φρέσκο κιτρινωπό λευκό τους επανέρχεται στη θέα. Δες πώς τα πέταλα χορεύουν γύρω από το κέντρο του άνθους, όπως οι σκέψεις που χορεύουν γύρω από τον πολυέλαιο πάνω απ' το ξύλινο γραφείο· κοίτα πώς η σπειροειδής τους διάταξη περικλείει το άπειρο κι εκεί μέσα χάνεσαι. Θαύμασε λίγο την αντίθεση μεταξύ γειτονικών πετάλων, λες και το άνθος φωτίζεται από μέσα με ένα φιλόξενο φως!

https://flic.kr/p/RXpgbF
Η μυρωδιά των τριαντάφυλλων αναμειγνύεται με τη μυρωδιά των βιβλίων, αυτή τη μυρωδιά της πολύτιμης γνώσης και των ταξιδιών που περικλείουν στις σελίδες τους. Ο συγγραφέας ανασαίνει με κόπο και ο χτύπος της καρδιάς του ακούγεται όπως οι δείκτες του ρολογιού. Μόλις θυμήθηκε εκείνη τη χαρά, θυμήθηκε εκείνο το όνειρο, σε θυμήθηκε και έκλεισε τα μάτια για να βρεθεί με οξυμένες αισθήσεις πάλι στις μεγαλειώδεις συνθήκες εκείνης της τρυφερής νύχτας που στολίστηκε απ' την ιδέα σου, να μπει ξανά σ' εκείνες τις σκέψεις και να τις ζήσει. Πρέπει να σε δει, θέλει να σου αφιερώσει το τραγούδι που τώρα ακούει και τον δακρύζει. Μα τούτο είναι μόνο η κορυφή ενός παγόβουνου· θέλει να ζήσει μαζί σου, θέλει να χτίσει το σπίτι του μαζί σου, θέλει να ξεπεράσει δυσκολίες μαζί σου. Κι όταν κάποτε θα φεύγεις για ταξίδια, εκείνος, αν δεν είναι μαζί σου, θα σε περιμένει στο αεροδρόμιο ή στην αποβάθρα του τρένου με έναν πίνακα που στη δεξιά γωνία θα έχει τη δυσανάγνωστη, φευγάτη, υπερβολικά καλλιτεχνική υπογραφή του για να τον αναγνωρίσεις. Με τις συναισθηματικές εκπνοές του και τον χτύπο της καρδιάς του που δονεί τον αέρα εμποδίζοντας το κορμί του να μένει ακίνητο θα έχει προετοιμάσει τον αέρα της πόλης για να σε υποδεχθεί. Άκουσέ τον!· θέλει να γίνει η ομπρέλα σου στην καταιγίδα της ζωής, ένα σύννεφο που θα σου κρύβει τον εκτυφλωτικό πρωινό ήλιο, τα χρώματα του αγαπημένου σου δειλινού· θέλει να γίνει η έγνοια όπου θα φωλιάζεις, το επιφώνημά σου, να βγαίνει απ' την ψυχή σου κάθε φορά που θα τον πλησιάζεις.

https://flic.kr/p/RXpfKk
Ευτυχία! Βρήκε τις κατάλληλες λέξεις για τον επίλογο. Κάπως έτσι αποκτά μορφή η καλλιτεχνική δημιουργία, κάπως έτσι λειτουργεί η έμπνευση: παίρνει ένα ανεπαίσθητο αίσθημα και το ποτίζει, πλάθοντας παραμύθια... Ο συγγραφέας ανοίγει τα μάτια και σηκώνεται από την καρέκλα με τη μαύρη δερμάτινη επένδυση. Σβήνει το φως, βάζει βιαστικά το παλτό που είχε κρεμάσει με προσοχή στον καλόγερο της εισόδου και αποχωρεί βυθισμένος στο γιακά του, αλλά με το μυαλό ανάλαφρο· λιγότερες σκέψεις και λιγότερα δάκρυα τον βαραίνουν τώρα που ολοκλήρωσε την έκφρασή του καταγράφοντας τις απαγγελίες της έμπνευσης. Όμως γιατί η πένα έμεινε πάνω στα χαρτιά ανοιχτή;