Αυτά τα χέρια της
εργασίας, τα χέρια του μόχθου, που είναι καταπονημένα αλλά γι' αυτό είναι πιο
ζεστά, με στραβωμένα δάχτυλα, σκονισμένα και μαυρισμένα, αλλά δυνατά· έχουν
σφυγμό και το ξέρεις αυτό, το νιώθεις, και χαίρεσαι γι' αυτό. Ξέρεις πως είναι
άξια όταν εκτελούν αυτή την εργασία, την εργασία της ζωής, τη δημιουργία. Κι
έτσι ζεστά όπως είναι μετά την εργασία, είναι έτοιμα να φωλιάσουν σε μια ζεστή τσέπη ή,
καλύτερα, σε δύο άλλα τρυφερά χέρια. Είναι αυτά τα
χέρια που χτίζουν πολλά σπίτια στη διάρκεια μιας ζωής, ανάλογα με τις επιταγές της κάθε στιγμής, μέχρι το τελικό καταφύγιο, μια μεγαλειώδη έπαυλη όπου θα δύσει η ζωή τους. Η επιλογή αυτής διαφέρει από άτομο σε άτομο, ακόμη κι από μυαλό σε καρδιά στον ίδιο τον άνθρωπο που φέρει αυτά τα χέρια.
Οι περισσότεροι ξεκινούν από μια πόλη: εκεί είναι η συνήθης αφετηρία, καθώς έτσι όρισαν οι άνθρωποι, και βρίσκουν σε αυτήν τα στέκια τους, τα μέρη της ανάπαυσής τους. Κάποιοι χτίζουν κεντρικά, μέσα στα φώτα, προσβάσιμα, πρακτικά, άνετα. Άλλοι χτίζουν λίγο πιο μακρυά από τα φώτα της πόλης, περιφερειακά αυτών, ώστε αυτά να τους γίνονται ένα συγκεντρωμένο και γαλήνιο θέαμα τις νύχτες που θα ξεκουράζονται στο μπαλκόνι της σοφίτας ανεξαρτήτως εποχής. Ιδιαίτερα το χειμώνα, που τα τζάκια θα δίνουν στα φώτα μια καπνισμένη απόχρωση κάνοντάς τα τόσο γοητευτικά, τόσο φιλικά.
Πολλοί όμως καλούνται να ζήσουν για κάποιο διάστημα και στις εξοχές, πλησιέστερα στη γλυκιά φύση που είναι αλλού πλούσια κι αλλού λιτή μα απέριττη. Και υπάρχει και μια μερίδα ανθρώπων που επιλέγουν να ζουν μόνιμα εκεί, στα δεύτερα τοπία, σε τόπους άγριους, αφιλόξενους, πετρώδεις, σκελετωμένους. Και χτίζουν εκεί, στις εσοχές του κόσμου, απομακρυσμένοι απ' τις παρέες των ανθρώπων χωρίς η σκέψη να πάυει να επισκέπτεται τους ανθρώπους. Όμως αυτοί οι εργάτες του νου και της καρδιάς είναι τόσο φωτεινοί που κάποιες φορές μάλιστα αχνοφαίνονται σε μακρινά όρη τα φτωχικά καταλύματά τους. Όλοι μας κάποτε γινόμαστε φίλοι της μοναξιάς της σιωπής και της υγρασίας των βράχων της γης, με μοναδικό φως ένα φεγγάρι που έρχεται και φεύγει αλλά και φως εσωτερικό που μας καθοδηγεί...
Είδες λοιπόν πού χτίζουν
μερικοί άνθρωποι τα σπίτια τους; Γιατί μερικές φορές δεν διαλέγεις στη ζωή... Έρχονται στιγμές που τα κύματα της ζωής σε ξεβράζουν σε ψηλές βουνοκορφές, πλάι στους αετούς,
κοντά στη Σελήνη. Χτίζεις κι εκεί. Και έχει πάλι ήσυχο τοπίο, αν και είσαι περισσότερο εκτεθειμένος στις καταιγίδες της ζωής. Εκεί πάνω είναι πιο δύσκολη η ζωή· αυτά τα σπίτια είναι για τους τολμηρούς, για εκείνους που δε διστάζουν να κρατούν την πολύτιμη αναπνοή τους.
Οι διάλογοι με τ' άστρα είναι για κάποιους το κλειδί της ύπαρξης. Μα υπάρχουν χέρια προσανατολισμένα μονάχα στο έδαφος· όπως οι σταγόνες της βροχής, που πρότερα ήσαν άτομα αερίου που αιωρούνταν περήφανα στους αιθέρες, πάντοτε καταλήγουν στο έδαφος, έτσι και οι ανήσυχοι άνθρωποι, ακόμη κι εκείνοι που κάποτε επισκέφθηκαν τα πέτρινα ξωκλήσια στις χιονισμένες κορυφές, έρχονται στιγμές που κατηφορίζουν και φτάνουν στην ξηρή έρημο κι ίσως ακόμη βαθύτερα, σε σχιγεμίειου εδάφους. Κάποιοι χτίζουν κι εκεί, κοντά στο ζεστό μάγμα του πλανήτη! Και είναι επικίνδυνα εκεί, με τη θέα της λάβας, αυτού του κόκκινου φωτός που ακτινοβολείται απ' το ατίθασο αίμα μας, να απειλεί το σπιτικό τους, και το φεγγάρι της συνείδησης να το τραβά ψηλότερα με μια νοητή παλλίρροια αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο.
Και πάντως όλα τα χέρια, έχοντας διανύσει όλα αυτά τα μονοπάτια της ζωής και έχοντας γεμίσει ακίδες, ουλές και μώλωπες, επιθυμούν την ξεκούραση σε μια ζεστή φωλιά για την καρδιά τους και για τα δύο χέρια που τα περιποιούνταν τόσο καιρό καθώς εργάζονταν. Έτσι χτίζουν, ξανά ακούραστα, το ρομαντικό καταφύγιο τους στην κορυφή του λόφου, με απεριόριστη
θέα στο ηλιοβασίλεμα που χάνεται στη θάλασσα, σε ουρανό κίτρινο και αργότερα,
στη μπλε ώρα, φλογερό σμαραγδί και τη νύχτα πια όχι μαύρο, αλλά τόσο πολύχρωμο
ώστε τα νεφελώματα διακρίνονται με γυμνό μάτι από εκεί, από το καιροφυλάκιο του
ουρανού, στην κορυφή του λόφου, στο χείλος του γκρεμού, απ' όπου πετά κανείς προς τον ήλιο...
Κι όταν πια τα χέρια γεράσουν και οι φλέβες κυλούν αργά στις πρησμένες αρθρώσεις των δακτύλων τους, οι άνθρωποι επιλέγουν με άγνωστα κριτήρια ένα από τα σπίτια που έχτισαν. Κινούν για το τελευταίο επίγειο ταξίδι τους κάτω από νυκτερινό ουρανό, ελπίζοντας να φτάσουν στο μέρος απ' όπου θα αποχαιρετήσουν τον κόσμο για ένα άλλο ταξίδι, το ταξίδι της ψυχής που θα δρέψει τα μεροκάματα της εργασίας μιας ολόκληρης ζωής του σώματος.





