![]() |
| https://flic.kr/p/2fMoWey |
Αν με κρέμαγες σ'
ένα κάδρο δίπλα σε άλλους πίνακες, είμαι σίγουρος πως θα έβρισκα τον τρόπο να
δραπετεύσω και να συρθώ αθόρυβα μέχρι εκείνους και να μπω στο θέμα τους: στο
ποτάμι με τα νούφαρα, στον αφηρημένο κήπο, στα γεροντικά πορτραίτα. Κι όμως τώρα,
που δεν είμαι κορνιζωμένος αλλά ελεύθερος, που δεν είμαι σε ένα, έστω ευρύχωρο,
δωμάτιο αλλά σε ταράτσα εκτεθειμένη στον αέρα, νιώθω περισσότερο φυλακισμένος
από ποτέ. Αυτή η μουντάδα στο σημερινό δειλινό δε με βοηθάει - πού πήγαν τα
χρώματα σήμερα; Αυτές οι παγερά περιορισμένες αποχρώσεις που όλες έχουν κάτι μπλε, σαν να βρίσκονται μέσα σε παγόβουνο, εδραιώνουν το Χειμώνα στην ψυχή· γιατί λυπάμαι.
Αυτές οι μέρες είναι
θαυμάσιες, η φύση οργιάζει από φρεσκάδα και ομορφιά, τα σύννεφα δεν μας έχουν
αφήσει ακόμη για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, αλλά εγώ νοσταλγώ το
προχωρημένο φθινόπωρο και το χειμώνα· ίσως επειδή με τα γκρίζα σύννεφα και τα
άσπρα ανοίγματά τους σχηματίζουν ένα δαιδαλώδες πιάνο που δε σταματά να παίζει αυτή τη θαυμάσια σύνθεση. Ακόμη και στη μεγάλη πόλη η Άνοιξη είναι πρόδηλη: στο μπαλκόνι, στις ανθισμένες νεραντζιές της πλατείας, τις
οποίες τριγυρίζουν μέλισσες τα πρωινά, στον καιρό που ζέστανε, στον ήλιο που δύει τώρα
πίσω απ' το Λυκαβηττό και όχι στη θάλασσα, όπως το Δεκέμβρη, και στα τρισευτυχισμένα χελιδόνια που παίζουν στους αιθέρες κάθε απόγευμα. Όμως γιατί δε "βλέπω" αυτή την άνοιξη μέσα μου, ενώ απ' έξω με αγγίζει με τόση υπερβολή;
![]() |
| https://flic.kr/p/2et35UR |
Χαμηλά στον ορίζοντα τα σύννεφα είναι αυστηρά παραταγμένα σε γραμμές. Ψηλότερα, κοντά στο ζενίθ και στο νοητό του μεσημβρινό, είναι πιο ελεύθερα σπαρμένα, πιο "αφράτα". Και στην πανοραμική οπτική το ελεύθερο περικλείει, από μια απόσταση βέβαια, το αυστηρό. Πάνω από το όρος Αιγάλεω μια μικρή σειρά από συννεφάκια μου θύμισε τη γραμμή ανατροφοδότησης των μεγάλων καταιγίδων του φθινοπώρου...
Σήμερα όμως δεν είναι φθινόπωρο. Σήμερα είναι άνοιξη στο ημερολόγιο (09 Μαΐου) και 4 εποχές ανακατεμένες στο μέσα μου. Σήμερα, που δε μπορώ να κάνω τίποτε για ν' απαλύνω την
ανυπομονησία που μπλέκεται σιγά-σιγά στο χτύπο της καρδιάς (πάνω που νόμισα πως
άρχισε να ξεθωριάζει το αίσθημα), νοσταλγώ το φθινόπωρο τόσο βαριά, τόσο υπαρξιακά, λες
και αυτοί οι ουρανοί του είναι οι μοναδικοί που ταιριάζουν στο όνειρο, οι
μόνοι αστείρευτα εμπνεύσιμοι. Κοίτα να δεις που
ήρθε τώρα, κι έφυγε μόλις, σαν κλέφτης, αυτό το σφίξιμο στο στομάχι που είχα παρατηρήσει μόνο σε απότομες
κατηφόρες με το αυτοκίνητο.
Έρχεται το Καλοκαίρι. Δεν έχω καμία προσμονή παρά μόνο για τις ξάστερες και δροσερές
νύχτες στην εξοχή, κάτω απ' τ' αστέρια. Η θάλασσα δε με καλεί, η ανυπόφορη ζέστη με απωθεί. Τις νύχτες, λοιπόν, τις νύχτες καρτερώ κάτω απ' τη σπείρα του γαλαξία. Πάλι μόνος, ακόμη μόνος. Κουράστηκα να ονειρεύομαι μόνος... Με ποιόν θα περάσω το καλοκαίρι μου; «Δεν μ' αρέσει
όπως ξινίζει το πρόσωπό σου ο μορφασμός της λύπης. Τα δακρυά σου τ' αγαπώ,
μπορώ να τα σκουπίζω αδιάκοπα· όμως τα χείλη σου που στραβώνουν, τα μάτια που
κλείνουν, τις κάθετες ρυτίδες στο μέτωπο καθώς συνοφρυώνεσαι, το σαγόνι που τρέμει... Γιατί καρδιά μου πάλι λυπάσαι και με τα δάκρυά σου ζωντανεύεις το Φθινόπωρο καταμεσής της Άνοιξης;», ψιθυρίζει κάποιο στόμα και το αεράκι μου μεταφέρει τα λόγια.
Τώρα διαδραματίζεται μια άλλη μάχη, της σκιάς με το φως. Σήμερα το φως ήταν ούτως ή άλλως εξασθενημένο ήδη από το μεσημέρι, αλλά τώρα ένα θαμπό κίτρινο, ξεφτισμένο από το φιλτράρισμά του στα νέφη, στέκεται ανυπεράσπιστο μπροστά σε απειλητικές σκιές. Ένα αεροπλάνο που πετά χιλιάδες μέτρα ψηλότερα από την ταπεινότητά μου σπάει τη μονοτονία. Κινείται προς το φως, τουλάχιστον βλέπει τον ήλιο από εκεί. Κι εγώ δεν θα έπρεπε να βλέπω τον ήλιο μέσα μου, ακόμη κι αν απ' έξω τον κρύβουν τα αγαπημένα μου σύννεφα;




