Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Μέρα δίχως χρώματα. (13/11/2019)

Ο ουρανός άστραφτε αδιάκοπα και τις λάμψεις ακολουθούσαν μακρόσυρτοι κρότοι, σαν να κυλούν πελώρια βότσαλα στις σκληρές ράχες των νεφών και να πέφτουν με βία στην πόλη. Ο ουρανός ήταν θυμωμένος, ήταν ασυγκράτητα οργισμένος κι εκδικητικός, επικίνδυνος. Μαστίγωνε με δυνατό ανεμόβροχο τις πολυκατοικίες και έπαιζε τη δική του πολεμική μουσική ρίχνοντας χαλάζι στα κάγκελα των μπαλκονιών. Αλίμονο στους ανθρώπους που στάθηκαν στα δρόμο του... Η πόλη είχε χαθεί μέσα σε ένα πελώριο σύννεφο ομίχλης και οι κεραυνοί χόρευαν με τη βροχή μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Σταθήκαμε τυχεροί και είδαμε γυμνή την άγρια ομορφιά της φύσης· τυχεροί και ακίνητοι, κρυώνοντας από τον ψυχρό αέρα που τόσο έχουμε ξεσυνηθίσει... 

Γιατί μας συνεχίζονται τα δώρα;

Αργότερα ξημέρωσε μια μέρα δίχως χρώματα· ένα γκρίζο πέπλο στεκόταν μονίμως πάνω απ' τα κεφάλια μας ρίχνοντας μια ποτιστική βροχή που πότε-πότε θυμόταν την ξαδέλφη της, τη βραδινή καταιγίδα, και δυνάμωνε. Και πως να υπάρχουν χρώματα, όταν η νύχτα τα συγκέντρωσε όλα και τα ένωσε πάνω στις ολόλευκες ρωγμές των αστραπών; Αυτή η μέρα δίχως χρώματα, που τα δέντρα σκοτεινιάζουν, τα λουλούδια κρύβονται και οι άνθρωποι κλείνονται σε χώρους εσωτερικούς, στεγνούς, ήταν γεμάτη ήχους. Πρώτ' απ' όλα τον ήχο της βροχής· αλλά και τον ήχο του αίματος που ρέει στις φλέβες ανήσυχο από το μακρύ ξενύχτι, μαζί με τον ήχο που κάνουν τα φτερά κάτι μαύρων νυχτερίδων που βγαίνουν τέτοιες ώρες. Ώρες της θλίψης που δεν φαίνεται... 

Οι μαύροι κύκλοι στα μάτια μοιάζαν καθρέπτες των βαριών βροχοφόρων νεφών και το στόμα ούτε μιλιά έβγαζε ούτε ένα χαμόγελο χάριζε στα σύννεφα που ήρθαν για να το γλυκάνουν. Τη σκέψη που θα απολάμβανε τούτη τη θαυμάσια μέρα, που ξεκίνησε να βρέχει και ξέχασε να σταματήσει, την άρπαξαν οι νυχτερίδες, – τύψεις τις λένε μερικοί. Κι έμειναν τα αυτιά να δέχονται το χαρούμενο πλατσούρισμα των σταγόνων χωρίς να του επιτρέπουν να μπει μέσα, να χορέψει με το αίμα και να συγκινήσει την καρδιά· και τα πόδια να παγώνουν εκτεθειμένα, ξεχασμένα νωχελικά σε μια μελωδία καλοκαιρινή. 

Γιατί δεν με πήρε μαζί της η πρωινή καταιγίδα, ώστε τώρα να μην υπήρχα, όπως κι εκείνη δεν υπάρχει πια, αλλά έδωσε τη θέση της, την ενέργεια της τελευταίας της αναπνοής σε νέες καταιγίδες; Ας με έπαιρνε, γιατί μόνος μου έχω μείνει – τα όνειρά μου τ' άρπαξαν άσχημες καταιγίδες της ψυχής, τα ταλέντα μου χύθηκαν από τον άνεμο της λησμονιάς και στέγνωσαν προτού το καταλάβω, και οι άνθρωποι με κερνούν χαρές που τις αρνούμαι. Έμεναν οι αγωνίες να τυλίγουν το είναι μου· τώρα σκόρπισαν κι αυτές στον ολόφρεσκο αέρα της ημέρας δίχως χρώματα, πέταξαν ανάλαφρες προς το μικρό άνοιγμα της συννεφιάς στα δυτικά κι έγιναν ένα με τις χρυσές ακτίνες. Κι εγώ στην ανατολή, τυλιγμένος με το σκοτάδι της νύχτας, αναρωτιέμαι γιατί δεν συνεχίστηκε η καταιγίδα...