Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Τα σύννεφα που στόλισε τ' άγγιγμα του θανάτου...

Γεια σου. Έχει περάσει καιρός από το τελευταίο μου γράμμα – ελπίζω νά 'σαι καλά και να με συγχωρείς για τη σιωπή μου. 

Θα ήθελα να σου μιλήσω για το θάνατο. Μην τρομάζεις, απλώς στοχάζομαι και πρέπει να μιλήσω με κάποιον· και μ' εσένα έκανα πάντα τις ωραιότερες συζητήσεις. Λοιπόν, έχει καεί ποτέ το στήθος σου από την επιθυμία να βάλεις τέλος στην αβάσταχτη ζωή σου; Προφανώς και όχι, όπως κι εγώ, το ξέρεις πολύ καλά, πως δεν θα το άντεχα. Όμως υπάρχουν άνθρωποι που τό 'χουν σκεφτεί ως μια μορφή λύσης τέτοιων δεσμών, που κρατούν φυλακισμένη τη ζωή τους. Τα παραδείγματα εκείνων που το έπραξαν κιόλας, πάμπολλα μέσα στην ιστορία. 

Ο Ρίλκε διηγείται: «Στεκόμουν κάποτε πάνω σε μια γέφυρα στο Παρίσι κι είδα από μακριά τυλιγμένο σε μουσαμά έναν αυτόχειρα, σ' ένα δρόμο που οδηγούσε στο ποτάμι. Τον είχαν μόλις βγάλει νεκρό από τον Σηκουάνα. Ξάφνου άκουσα κάποιον δίπλα μου να λέει κάτι· ήταν ένας νεαρός ξανθός καροτσέρης με γαλάζιο πουκάμισο, πολύ νέος, πυρόξανθος, μ' ένα ξύπνιο, γωνιώδες πρόσωπο. Στο πιγούνι είχε μια ελιά, μες απ' την οποία ξεφύτρωνε, σαν πινέλο, σχεδόν ασυγκράτητα, μια τούφα από τραχιές κοκκινωπές τρίχες. Καθώς στράφηκα προς το μέρος του, έδειξε με ένα νεύμα του κεφαλιού του προς το αντικείμενο που μας απασχολούσε και τους δύο, και είπε κλείνοντας μου το μάτι: «Εσείς τι λέτε, αυτός εκεί πέρα δεν θα μπορούσε να φέρει εις πέρας κι άλλα πράγματα, αφού κατάφερε να το κάνει αυτό;» Τον κοίταξα σαστισμένος, ενώ εκείνος επέστρεφε στο πελώριο, γεμάτος πέτρες κάρο του, διότι πράγματι: πόσα πράγματα δεν θα καταφέρναμε με την ίδια αυτή δύναμη που απαιτείται για να λυθούν οι πανίσχυροι δεσμοί της ζωής! Έκτοτε πιστεύω ακράδαντα πως και το χειρότερο ακόμη δεινό, η απελπισία, δεν είναι παρά υπεραφθονία, μια ορμή της ίδιας μας της ύπαρξης που με μία και μόνη απόφαση της καρδιάς θα μπορούσε να μεταστραφεί στο αντίθετό της. Κι όποτε κάτι γίνεται πολύ βαρύ κι αβάσταχτο, βρισκόμαστε ήδη πολύ κοντά στη μεταβολή του.»

Αναλογίσου λίγο το μαρασμό ενός αγαπημένου σου λουλουδιού. Πιθανότατα θα είναι χειμώνας, τα άνθη θα έχουν πέσει απ' τις θύελλες και τα φύλλα θα έχουν σκληρύνει, παρά το πότισμά τους απ' τις φθινοπωρινές βροχές. Ένα ήπιο τσάκισμα θα έσπαγε τότε το φύλλο ή το κλαδί. Το φυτό σου θα εξέπεμπε μια εικόνα στενάχωρη και θα δάκρυζες, σκεπτόμενη πόσο θα έπρεπε να περιμένεις μέχρι να ξανανθίσει, τα φύλλα του να είναι πράσινα και δροσερά και στις άκρες των κλαδιών να ξεπετάγονται τα πολύχρωμα άνθη. Δεν αξίζει όμως να υπομείνει κανείς αυτή τη στέρηση, αυτή τη δοκιμασία της ωραίας εικόνας του φυτού, που είναι ένας μικρός θάνατος, αν πρόκειται να τη συναντήσει ξανά μιαν Άνοιξη ακόμη πιο όμορφη και να την αγαπά ακόμη πιο τρυφερά; Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει το λουλούδι και ζει, ακόμη και μετά τους δριμύτερους χειμώνες – μακάρι να μπορούσα να του μιλήσω, ίσως τότε μάθαινα από πρώτο χέρι κάποιες αλήθειες –, πάντως το λουλούδι σου εκφράζει το νόημα του Ρίλκε.

Σάμπως κι εμείς δεν είμαστε λουλούδια φυτεμένα στον κόσμο, προσανατολισμένα προς τον ήλιο της ζωής και εκτεθειμένα σε θανατηφόρες θύελλες; Αλίμονο αν τσακίζαμε με το παραμικρό· δες όμως, αυτό κάνουμε συνέχεια, με εμένα πρώτο! «...οι άνθρωποι εδώ και χιλιετίες έρχονται αντιμέτωποι με τη ζωή (για να μην πούμε και με το Θεό) και στέκουν μολαταύτα τόσο αμήχανοι, σαν αρχάριοι, τόσο εγκλωβισμένοι μεταξύ τρόμου και δικαιολογίας, τόσο κακομοίρηδες απέναντι σε τούτα τα καθήκοντα που είναι τα πρώτα και τα πιο άμεσα, για να μην πούμε τα μοναδικά (διότι τι άλλο έχουμε να κάνουμε, από σήμερα κιόλας και για πόσο ακόμη;)» Ο μεγάλος ποιητής μου δίνει την ευκαιρία να συλλογιστώ πάνω στη μελαγχολία μου, ψάχνοντας τον τρόπο να την κάνω δημιουργία και όχι απραξία. Βέβαια, εδώ μπλέκεται και η φύση των πραγμάτων, η φύση ενός μελαγχολικού, που είναι άλλο ζήτημα (θα ήθελα να το συζητήσουμε από κοντά, κάποια στιγμή).

Διαβάζω επίσης στον Ρίλκε: «Ο θάνατος είναι η πλευρά της ζωής που είναι στραμμένη μακριά μας, είναι αθέατη για μας: πρέπει να μοχθήσουμε για την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής συνειδητότητας της ύπαρξής μας, που θα ενοικεί και στις δύο απέραντες ετούτες περιοχές, θα τρέφεται ανεξάντλητα και από τις δύο... Η ζωή στην αληθινή της μορφή απλώνεται και στις δύο περιοχές, τις διαπερνά και τις δύο το αίμα του κυκλοφορικού συστήματος στην πιο εκτεταμένη μορφή του, δεν υπάρχει ούτε εδώ ούτε επέκεινα παρά μόνο η μεγάλη ενότητα, όπου κατοικούν τα πλάσματα εκείνα που μας υπερβαίνουν, οι «άγγελοι»» Κι αλλού λέει: «Για όσους είναι διαρκώς βυθισμένοι στην οδύνη υπάρχει μία και μόνο διέξοδος: να σηκώσουν την ίδια την οδύνη και να την ανεβάσουν στο βλέμμα τους κάνοντάς την έτσι αρωγό στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.» Φαίνεται να αξιώθηκε εμπειριών που του παρουσίασαν ένα πρόσωπο του θανάτου που δεν έχουμε συνηθίσει εμείς· φαίνεται να γνώριζε τον θάνατο, σε αντίθεση με τον Πασκάλ (δες στο βιβλίο των Σκέψεων, κεφ. 4. 335). Έτσι φωνάζει – κι ακόμη ακούγεται η φωνή του – μέσα από τους στίχους του:

«Δώσε, Θεέ μου, στον καθέναν το δικό του θάνατο,
δώσε στον καθέναν το θάνατο που γεννήθηκε από την ίδια του τη ζωή
όπου έμαθε την αγάπη και τη δυστυχία.
[...]
Κάνε να του επιτραπεί να ξαγρυπνά μέχρι την ώρα
που θα γεννήσει το δικό του θάνατο, γεμάτο αντίλαλους σαν ένα μεγάλο κήπο
σαν ταξιδιώτη που γυρίζει από πολύ μακριά...»

(R. M. Rilke, Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου)

Κοίταξε τώρα πόσο ταιριαστό είναι το σημερινό ηλιοβασίλεμα, εδώ στην Αθήνα, με αυτά που σου γράφω. Είναι ένα κάπως μουντό, κατά βάση ψυχρό, σκηνικό από σχετικά συμπαγή νέφη μεσαίων υψών, θα έλεγα, με μια θαυμάσια φωτεινή περιοχή κεντρικά και στο βάθος, σαν φως στην άκρη μιας σήραγγας. Σαν τα μέτρα αισιόδοξων νοτών που διαδέχδονται μια θλιμμένη, ίσως επικοτραγική, μελωδία· σαν το άγγιγμα της ζωής στ' ακροδάχτυλα ενός μισοπεθαμένου ουρανού, ή σαν το άγγιγμα ενός καλού, ένδοξου θανάτου στο κορμί μιας γερασμένης συννεφιάς. 

Όταν φάνηκε ο ήλιος, πολύ χαμηλά στον ορίζοντα, δεν φώτισε αυτό το στρώμα νεφών όπως περίμενα, όμως το παιχνίδισμα των ακτίνων του γύρω από τις τελευταίες γραμμές νεφών ήταν στ' αλήθεια μια μικρή ζωή που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια στιγμή, έπαιξε χαρούμενα στα μάτια μου κι ύστερα έφυγε για άλλες περιοχές ντυμένη στα ροδοκόκκινα. Θα σου φανεί ακραίο, αλλά μακάρι σε τέτοια χρώματα να βυθίζεται, την ύστατη εκείνη ώρα, η τελευταία μας πνοή.

Ίσως να απορείς γιατί σου γράφω έτσι σήμερα. Να ξέρεις ότι η υπομονή μου βρίσκεται σε κρίση αυτό τον καιρό, οπότε αρκετά πράγματα γίνονται δυσβάσταχτα. Αν θέλεις, με επισκέπτονται μικροί θάνατοι ως δοκιμασίες, στις οποίες αποτυγχάνω. «Πρέπει να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε: εδώ έγκειται η ζωή ολόκληρη.»  Σκέφτομαι πως, δεν πρέπει να σκοτώσω τον κακό εαυτό μου, που εχθρεύεται τα όνειρά μου· πρέπει να τον ντορπιάσω τόσο πολύ, στεκόμενος δίπλα του, ώστε να κρυφτεί μια για πάντα στη σκιά μου, εκεί να είναι ο δικός του θάνατος. Όμως αυτή η σκέψη πρέπει να φτάσει στην εφαρμογή. Κάθε φορά που δεν την καταφέρνω, αποκάμνω και τότε χάνω το κέφι μου, αφήνω τις συνήθειές μου και δεν μπορώ να απολαύσω ούτε τη φύση, εκείνη έρχεται με μια καταιγίδα ή ένα δειλινό και με σκουντά, μένει για λίγο μαζί μου μέχρι να σηκωθώ και να χαρώ, για να φύγει μετά δίχως ένδειξη για το πότε θα ξανάρθει. Αυτό συνέβη και σήμερα... Πόσο τυχαία άραγε; 

Εύχομαι να συμβαίνουν και στα μέρη σου τέτοια όμορφα θεάματα, τόσο ένδοξοι ουρανοί. Λοιπόν, ελπίζω να μην σε κούρασα. Να μην ξεχνάς, να μην απελπίζεσαι και να προσέχεις. 

Δικός σου.

Υ. Γ.: Σε αφήνω να ταξιδέψεις στις εικόνες με τους πρώτους στίχους της Πρώτης Ελεγείας του Ντουίνο, σε μετάφραση Άρη Δικταίου.

«Ποιος, αν κραύγαζα, θα μ' άκουγε τάχα απ' των Αγγέλων 
τα τάγματα; Κι αν ένας μ' έσφιγγεν ακόμα,
ξαφνικά, πάνω στην καρδιά του, θα διαλυόμουν κάτω
από τη δυνατώτερη ύπαρξή του. Γιατί, η Ομορφιά, δεν είναι
παρά η αρχή του Τρομερού, που μόλις μπορούμε
να υποφέρουμε και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δε στέργει
να μας καταστρέψει...»  
_______________

Αποσπάσματα: Rainer Maria Rilke, Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή, σελ. 115, 244-245, 252, 266-267, εκδ. Πατάκη, 2006